αναδεικνύω


αναδεικνύω
αναδεικνύω, ανέδειξα και ανάδειξα βλ. πίν. 87 και πρβλ. αναδείχνω

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αναδεικνύω — (Α ἀναδεικνύω και δείκνυμι, Ν και δείχνω) εκλέγω σε αξίωμα, ανακηρύσσω, αναγορεύω νεοελλ. 1. κάνω κάποιον ή κάτι σπουδαίο, εξυψώνω, προάγω, προβάλλω 2. μέσ. επιτυγχάνω σε κάποια επίδοση, προοδεύω, ευδοκιμώ, διακρίνομαι αρχ. 1. ανυψώνω και δείχνω… …   Dictionary of Greek

  • αναδεικνύω — [анадикнио] р. делать заметным …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ἀναδεικνύω — ἀναδείκνυμι lift up and show pres subj act 1st sg ἀναδείκνυμι lift up and show pres subj act 1st sg ἀναδείκνυμι lift up and show pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ανάδειξη — η (Α ἀνάδειξις) [ἀναδεικνύω] εκλογή σε αξίωμα, ανακήρυξη, αναγόρευση νεοελλ. εξύψωση, προαγωγή, προβολή αρχ. 1. τελετή επίσημης αναγνώρισης ή καθιέρωσης 2. παρουσίαση, εμφάνιση …   Dictionary of Greek

  • αναδείκνυμι — ἀναδείκνυμι (Α) λ. αναδεικνύω …   Dictionary of Greek

  • αναδείχνω — βλ. αναδεικνύω …   Dictionary of Greek

  • ανταποδεικνύω — (Α ἀνταποδεικνύω κ. δείκνυμι) αποδεικνύω το αντίθετο απ’ αυτό που απέδειξε κάποιος άλλος αρχ. 1. αποδεικνύω κι εγώ με τη σειρά μου 2. αναδεικνύω κάποιον σ’ ένα αξίωμα αντί για κάποιον άλλο …   Dictionary of Greek

  • αντεφίστημι — ἀντεφίστημι (Α) αναδεικνύω κάποιον σ ένα αξίωμα για ν αντιμετωπίσω κάποιον άλλο …   Dictionary of Greek

  • βγάζω — και βγάλλω και βγάνω (Μ βγάζω, ἐβγάζω, βγάλλω, ἐβγάλλω, βγάνω, ἐβγάνω) 1. βγάζω έξω, εξάγω 2. ανασύρω («βγάζω μαχαίρι») 3. αναδίνω, τινάζω προς τα έξω («ο βράχος βγάζει νερό») 4. ξεριζώνω, μαδώ («βγάζω τα χορτάρια, τα φρύδια, τις τρίχες κ.λπ.») 5 …   Dictionary of Greek

  • δείχνω — και δείχτω (AM δείκνυμι και δεικνύω) 1. υποδεικνύω, εντοπίζω κάποιον ή κάτι τείνοντας προς το μέρος του τον δείχτη του δεξιού χεριού («δείξε στον χάρτη το χωριό σου», «δεῑξαι Άλέξανδρον... Μενελάῳ») 2. φανερώνω, προβάλλω, αποκαλύπτω (α. «το… …   Dictionary of Greek